Ιωάννης Π. Σωτηρόπουλος

Ph.D, Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών

Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών

The fiery skies of the winter, the summer nights’ miraculous sun.

Walk against the wind. Climb mountains.

Look to the North.

More often.

Roy Jacobsen

Η «Στρατηγική τής Ανάσχεσης» αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο τού διεθνούς οικοδομήματος, στο πλαίσιο του οποίου διεξήχθησαν οι διεθνείς σχέσεις τουλάχιστον κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Μαζί με την λογική της αποτροπής, συνετέλεσαν στην ασφαλέστερη λειτουργία του διπολικού διεθνούς συστήματος για αμφότερες τις συμμαχίες τού ΝΑΤΟ και τού Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Αφ’ ενός η ιστορική αυτοαναίρεση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, αφ’ ετέρου η παρεπόμενη αυτοδιάλυση της στρατιωτικο-πολιτικής συμμαχίας της οποίας ηγείτο, οδήγησαν το διπολικό διεθνές σύστημα στην διαδικασία τού επαναπροσδιορισμού του μέσω ενός μεταβατικού σταδίου «δημιουργικού χάους» πριν επανέλθει σε μια ισορροπία με νέες όρους, σταθερές και δεδομένα. 

Ως γνωστόν, ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες στον οποίον εδράζεται η εξωτερική πολιτική ενός υγιώς λειτουργούντος κράτους είναι η γεωγραφία.  Και τούτο, διότι όπως έχει σημειώσει ο Nicholas J. Spykman στο έργο του «Η Γεωγραφία της Ειρήνης» το 1944, η γεωγραφία αποτελεί τον σταθερότερο από όλους τους υπολοίπους παράγοντες οι οποίοι συνδιαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική ενός κράτους. Όμως, στην εποχή μας βιώνουμε μια εξαιρετικά σημαντική μεταβολή του εν λόγω πυλώνος ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, με ιδιαιτέρως εντυπωσιακό αποτέλεσμα στον φυσικό χώρο του Αρκτικού Ωκεανού. 

Πράγματι, όλες οι επιστημονικές παρατηρήσεις για τις γεωφυσικές, γεωλογικές και γεωγραφικές ραγδαίες μεταβολές που υφίσταται η μορφολογία και η έκταση του παγωμένου τμήματος του Αρκτικού Ωκεανού, συνηγορούν στο ότι το εν λόγω φαινόμενο εξελίσσεται με εκρηκτική δυναμική.  Έχοντας υπ’ όψιν, ότι η περιοχή βορείως τού Αρκτικού Κύκλου αποτελεί το 8% της συνολικής έκτασης της γης και το 15% του εδάφους της,[2] γίνεται αντιληπτό πως η οιαδήποτε εξέλιξη σε αυτό το γεωγραφικό τμήμα λαμβάνει διαστάσεις πλανητικής κλίμακας, διότι μεταβάλει, μεταξύ άλλων, την συνιστάμενη τού υπάρχοντος παγκόσμιου γεωπολιτικού πλαισίου αλλά και εκείνην των διεθνών σχέσεων.

Η παγωμένη Αρκτική έκταση τον Σεπτέμβριο του 2012[3] ήταν η μικρότερη στην ιστορία της Αρκτικής με 3,41 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή 3,3 εκατομμύρια λιγότερα από τον μέσο όρο της περιόδου 1979-2000.[4] Η μείωση του μέσου όρου ηλικίας του πάγου[5] αλλά και η ραγδαία μείωση του συνολικού όγκου του κατά 66%, σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1979-2000,[6] καθιστούν σαφές πως ο Αρκτικός Ωκεανός έχει προ πολλού απολέσει τον παγίως παγωμένο χαρακτήρα του.

Έτσι, ο Αρκτικός Ωκεανός κατέστη πλέον πλωτός σχεδόν καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου, κάτι απαγορευτικό τις προηγούμενες δεκαετίες, μειώνοντας την απόσταση μεταξύ των λιμένων αναχώρησης και άφιξης, συμπιέζοντας δραστικά τον χρόνο ταξιδίου και εγκαινιάζοντας νέες διαδρομές διαμετακομιστικών υπηρεσιών. Για παράδειγμα, ένα φορτηγό πλοίο αναχωρώντας από το λιμάνι του Ρότερνταμ και καταλήγοντας στην Yokohama της Ιαπωνίας χρησιμοποιώντας την νέα Βόρεια Θαλάσσια Οδό, κατά μήκος της βόρειας Ρωσικής ακτογραμμής, συντομεύει το ταξίδι του κατά 3.900 ναυτικά μίλια μειώνοντας τον απαιτούμενο χρόνο από 33 σε 20 ημέρες ναυσιπλοΐας, με ευεργετικές συνέπειες στα κόστη των καυσίμων, στην αποζημίωση των πληρωμάτων και την εν γένει φθορά των πλοίων.[7] Επίσης, έτσι αποφεύγονται τα στενά τού Γιβραλτάρ, η Μεσόγειος και η Διώρυγα του Σουέζ, γεωγραφικά σημεία σημαντικής κυκλοφοριακής συμφόρησης, ενώ επιπλέον, οι μεταφορές καθίστανται πόρρω ασφαλέστερες καθώς τα δρομολόγιά τους δεν διαπλέουν μέσω των επικινδύνων πειρατικών υδάτων των στενών του Άντεν και της Μάλακκα.

Επίσης, τα νέα γεωγραφικά και γεωφυσικά δεδομένα δίνουν την δυνατότητα σχετικά εύκολης πρόσβασης και άντλησης των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή, με την αρωγή εξελιγμένης τεχνολογίας.  Τα αποθέματα υδρογονανθράκων αγγίζουν το 10,5% των παγκοσμίων και αυτά φυσικού αερίου το 25,5%, ενώ σύμφωνα με την US Geological Survey οι αριθμοί πρόκειται να αυξηθούν.[8] Κατά συνέπεια, το γεωπολιτικό υποσύστημα της Αρκτικής Ζώνης καθίσταται πεδίο όπου λαμβάνουν χώρα κοσμογονικές αλλαγές, οι οποίες πρόκειται να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την συνολική λειτουργία του πλανητικού γεωπολιτικού συστήματος, και πιθανόν να επιδράσουν καθοριστικά την μελλοντική κατανομή ισχύος των διεθνών δρώντων, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΧΕΣΗΣ

Εξετάζοντας το θέμα πιο θεωρητικά, οι μελέτες του Βρετανού καθηγητή Sir Halford Mackinder και του Αμερικανού πλοιάρχου Nicholas Spykman, επηρέασαν θεμελιωδώς, αν όχι διαμόρφωσαν, την αρχιτεκτονική και τις πολιτικές τού ΝΑΤΟ στην μεταπολεμική εποχή.[9] Σύμφωνα με τον Mackinder,[10] οι βασικές ορολογίες που προσδιορίζουν αντίστοιχες θεμελιώδεις έννοιες στην παγκόσμια γεωγραφία και επηρεάζουν άμεσα την γεωπολιτική ισχύ είναι: Ο όρος Heartland, («Κεντρική Γη» ή «Καρδιά» ή «Ζώνη-Άξονας» που υιοθετήθηκε το 1919, εκσυγχρονίζοντας τον όρο Pivot Area, «περιοχή του Έστωρος» του ιδίου του Mackinder του 1904), που αναφέρεται στην ηπειρωτική μάζα τής Κεντρικής Ευρασίας, περιμετρικά της οποίας υπάρχει ένας «εσωτερικός δακτύλιος», αποτελούμενος από τα παράκτια κράτη τής Ευρώπης, της Βορείου Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Νοτίου Ασίας. Ακόμα μακρύτερα από την «Κεντρική Γη/Καρδιά» υπάρχει ο «νησιωτικός ή εξωτερικός δακτύλιος», αποτελούμενος από τις ηπείρους τής Ωκεανίας, της Αφρικής και της Αμερικής.

Επιπλέον, υποστηρίζει ότι κάθε οργανωμένο κράτος με εσωτερική συνοχή και κυριαρχία επί της «Κεντρικής Γης/Καρδιάς», η Ηπειρωτική Δύναμη (δηλαδή, η Ρωσία) θα μπορούσε εύκολα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, να συσσωρεύσει και να αυξήσει στο μέγιστο τις παραδοσιακές μορφές ισχύος (την ηπειρωτική και τη ναυτική), κυριαρχώντας στην «Παγκόσμια Νήσο», δηλαδή στο σύνολο της Ευρασίας και της Αφρικής και εν τέλει σε όλη την γη. Αυτή η σκέψη του συνοψίζεται στο απόφθεγμά του:  «Όποιος ελέγχει την Ανατολική Ευρώπη, εξουσιάζει την Κεντρική Γη/Καρδιά  [της Ευρασίας]. Όποιος ελέγχει την Κεντρική Γη/Καρδιά [της Ευρασίας] εξουσιάζει την Παγκόσμια Νήσο.  Όποιος ελέγχει την Παγκόσμια Νήσο εξουσιάζει τον Κόσμο»[11].

Όπως φαίνεται, ο Mackinder πίστευε ότι οι ηπειρωτικές πεδινές εκτάσεις τής Κεντρικής Ευρασίας έχουν τεράστια γεωπολιτική σημασία. Η άποψη αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι έχουν μεγάλο βαθμό αυτάρκειας σε φυσικούς πόρους και η ενδοχώρα τους είναι αχανής σε σχέση με τις ανθρώπινες ανάγκες και δραστηριότητες, αφήνοντας, μεταξύ άλλων, περιθώριο για στρατιωτικούς ελιγμούς όπου είναι απαραίτητο.  Επιπλέον, η γεωγραφική περιοχή τής γεωπολιτικά αναβαθμισμένης Ανατολικής Ευρώπης, της εν δυνάμει πηγής τής παγκόσμιας ισχύος, προστατεύεται περιμετρικά από οροσειρές (Ουράλια, Καύκασο, Τρανσυλβανικές Άλπεις, Άλπεις), μεγάλα ποτάμια και λίμνες (Βόλγα, Δούναβη, Κασπία Θάλασσα, Λίμνη Αράλη) και την Αρκτική Ζώνη.  Αυτό, όμως, αποτελεί και ένα γεωστρατηγικό  μειονέκτημα, καθώς δεν παρείχε έναν στρατηγικό, ασφαλή, λειτουργικό λιμένα προκειμένου η Ηπειρωτική Δύναμη να αξιοποιήσει τους ανεξάντλητους πόρους τής ενδοχώρας της και να οικοδομήσει έναν κυρίαρχο στόλο για να επικρατήσει έναντι των Ναυτικών Δυνάμεων, (δηλαδή ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, φιλελεύθερες, εμπορικές καπιταλιστικές δυνάμεις). Πράγματι, μετά την Μογγολική Αυτοκρατορία, η Ρώσικη Αυτοκρατορία, έπειτα η Σοβιετική Ένωση και στις ημέρες μας η Ρωσική Ομοσπονδία, κατά την χρονική περίοδο πριν την βαθμιαία τήξη των πάγων στην Αρκτική Ζώνη, δεν είχε πρόσβαση σε μη παγωμένο λιμένα κατά την διάρκεια του χειμώνα ή σε κάποιον λιμένα με ανεμπόδιστη δίοδο, μη ελεγχόμενο από ανταγωνιστικούς παράγοντες, καθώς τα βόρεια λιμάνια και αυτά της Οχοτσκικής Θάλασσας αποκλείονταν από τον πάγο το χειμώνα, ενώ αυτά της Βαλτικής Θάλασσας ελέγχονται από τη Γερμανία και την Δανία, τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας από την Τουρκία και την Ελλάδα, το Μουρμάνσκ ελέγχεται από τη Νορβηγία (όλες χώρες που ανήκουν στο ΝΑΤΟ) και το Βλαδιβοστόκ από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, στενούς σύμμαχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή τής Άπω Ανατολής.  

Ιστορικά, η Ρωσία, κυρίαρχος της αχανούς ενδοχώρας, στην προσπάθεια της να ξεπεράσει το πρόβλημα, πίεζε για να μετακινηθεί νοτιότερα προκειμένου να φτάσει στα «θερμά ύδατα» του Ινδικού και του Ειρηνικού Ωκεανού και στη Μεσόγειο Θάλασσα.  Προκειμένου να ματαιώσουν ή τουλάχιστον να εμποδίσουν κάτι τέτοιο, οι ναυτικές, εμπορικές, δυνάμεις, εκπροσωπούμενες από την Βρετανική Αυτοκρατορία και -μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- τις Ηνωμένες Πολιτείες, όφειλαν να κρατήσουν τις ηπειρωτικές δυνάμεις της Ευρασίας πολιτικά διαιρεμένες και όσο μακρύτερα από τα «θερμά ύδατα» ήταν δυνατόν.

Προς επίτευξη του τελευταίου, η Βρετανική Αυτοκρατορία δημιούργησε μια διευρυμένη σειρά από φίλα προσκείμενα κράτη ή αποικίες (ή τουλάχιστον εχθρικά διακείμενα προς την Ρωσική Αυτοκρατορία, όπως οι περιπτώσεις της Γερμανίας και της Ιαπωνίας), που γεωγραφικώς εδράζονταν και κατ’ ουσίαν αποτελούσαν τον περιμετρικό δακτύλιο της Ευρασίας -«εσωτερικό δακτύλιο» ή «κρηπίδωμα» σύμφωνα με τον Mackinder και τον Spykman αντιστοίχως- με γεωγραφική αρχή στην Δυτική Ευρώπη και τέλος στην Ιαπωνία.

Το θεωρητικό μοντέλο του Mackinder αποτελεί την σύγχρονη πηγή τής εφαρμογής της Στρατηγικής της Ανάσχεσης. Ο Spykman, διευρύνοντας την θεωρητική ανάλυση του Mackinder, έδωσε μια νέα προοπτική στο θέμα.  Σύμφωνα με αυτόν, «Όποιος ελέγχει το κρηπίδωμα (Rimland), (τον «εσωτερικό δακτύλιο» της θεωρίας του Mackinder), ελέγχει την Ευρασία, και αυτός που κυβερνά την Ευρασία ελέγχει τα πεπρωμένα του κόσμου»[12].  Όντως, κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες, διάδοχος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αγωνίζονταν να διατηρήσουν τον έλεγχο του «κρηπιδώματος» της Ευρασίας, εμποδίζοντας την κάθοδο της Σοβιετικής Ένωσης προς τα «θερμά ύδατα».

Η  ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΧΕΣΗΣ

Την πρώτη επίσημη κρούση για την ανάγκη οικοδόμησης μιας συνεκτικής ανασχετικής στρατηγικής, εκ μέρους τουλάχιστον των ΗΠΑ, απέναντι στην Ηπειρωτική Δύναμη της τότε Σοβιετικής Ένωσης, έκανε ο George F. Kennan, τον Φεβρουάριο του 1946.

Απαντώντας σε αίτημα της Αμερικανικής κυβερνήσεως σχετικά με την πολιτική στάση της Σοβιετικής Ένωσης, με ένα 8.000 λέξεων τηλεγράφημα[13], ο Kennan (ειδικός Σοβιετολόγος, μετέπειτα προϊστάμενος της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Πολιτικής τού Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, και επικεφαλής ειδικής ομάδας εργασίας εντός της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Μόσχα κατά το 1946) μετέδωσε τις βαρύνουσες απόψεις του σχετικά με την αντίληψη των Σοβιετικών για το διεθνές γίγνεσθαι και την θέση τους σε αυτό.  Σύμφωνα με αυτές,[14]

  • η Σοβιετική Ένωση αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως βρισκόμενο σε διαρκή πόλεμο με τον καπιταλισμό
  • διακατεχόταν από εγγενές αίσθημα ανασφάλειας προς την Δύση
  • [όπως υποστήριζε ο Μαρξισμός-Λενινισμός] τα δύο διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά συστήματα ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν για μεγάλο χρονικό διάστημα
  • η διάδοση του κομμουνιστικού ιδεώδους καθίστατο υπέρτατος στόχος των Σοβιετικών
  • η Μόσχα δεν θα επέτρεπε τον επηρεασμό των Σοβιετικών από το «ασθενές» καπιταλιστικό σύστημα
  • η επιβολή τού κομμουνισμού και στον καπιταλιστικό κόσμο ήταν θέμα χρόνου να επιτευχθεί με την κατάλληλη καθοδήγησή της και την άοκνη και συνεχή επίσημη Σοβιετική πίεση και δράση, αλλά και ανεπίσημη υπονόμευση του καπιταλισμού με όλους τους πρόσφορους τρόπους
  • οι Μαρξιστές, οι οποίοι διαβιούσαν ως πολίτες εντός των καπιταλιστικών κρατών, όντες εγγενείς σύμμαχοι, έπρεπε να αξιοποιηθούν για την προώθηση του κομμουνιστικού ιδεώδους από την Σοβιετική ηγεσία.[15]

Η πρόταση του Kennan, τον Φεβρουάριο του 1946, αποκρυσταλλώνεται στο συμπέρασμά του: « …. αποτελεί πεποίθησή μου ότι το πρόβλημα είναι εντός των δυνατοτήτων μας για να το επιλύσουμε – και χωρίς να υπάρξει προσφυγή σε κανενός είδους γενική στρατιωτική σύρραξη.».[16] Κατά συνέπεια, οι ΗΠΑ όφειλαν να οικοδομήσουν μια ανασχετική στρατηγική η οποία θα ανελάμβανε να αποκρούει επιτυχώς τις ενέργειες της Μόσχας, ασκώντας όση πολιτική και διπλωματική πίεση ήταν αναγκαία και λαμβάνοντας, οικονομικά, κυρίως, μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σοβιετικές προκλήσεις.  Κύρια τακτική, κατά τον Kennan, όφειλε να είναι η προβολή, παγκοσμίως, της υπεροχής τού Δυτικού τρόπου ζωής σε σύγκριση με τον Σοβιετικό, ενώ ο ψυχολογικός πόλεμος, η πολιτική προπαγάνδα και οι μυστικές επιχειρήσεις επρόκειτο να συνδράμουν αποφασιστικά.[17]

Ενώ στο «Long Telegram», ο Kennan κωδικοποίησε την γνώση και την εμπειρία του για την Σοβιετική και Μαρξιστική αντίληψη της Μόσχας, τον Ιούλιο του επομένου έτους, με το άρθρο του «The Sources of Soviet Conduct» στο Foreign Affairs,[18] το οποίο υπέγραφε με το γράμμα Χ, πρότεινε την επίσημη εφαρμογή από τις ΗΠΑ μιας ανασχετικής στρατηγικής μακράς πνοής. Κατέληξε στο συμπέρασμα πως: «Κύριο στοιχείο οιασδήποτε πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι  στη Σοβιετική Ένωση θα πρέπει να είναι η μακροπρόθεσμη, υπομονετική αλλά σταθερή και επαγρυπνούσα ανάσχεση των Ρωσικών επεκτατικών τάσεων. [Η αντιμετώπιση της] Σοβιετικής πιέσεως κατά των ελεύθερων θεσμών τού Δυτικού Κόσμου, [δύναται να επιτευχθεί δια της] επιδέξιας και επαγρυπνούσας εφαρμογής αντίρροπης δύναμης σε μια σειρά συνεχώς μετατοπιζόμενων γεωγραφικών και πολιτικών σημείων, σε ανταπόκριση των μετατοπίσεων και ελιγμών τής Σοβιετικής πολιτικής. … [μια τέτοια στρατηγική] … θα προωθούσε τάσεις οι οποίες εν τέλει θα κατέληγαν είτε στη διάλυση, είτε στην σταδιακή απομείωση της Σοβιετικής ισχύος».[19]

Πρώτο δείγμα τής εναρμόνισης της αμερικανικής πολιτικής με τις προτάσεις του αποτελεί η έναρξη των σχεδίων Marshall και Colombo, τα οποία αφ’ ενός στήριζαν οικονομικά τα μη κομμουνιστικά κράτη σε Ευρώπη, Ασία και Ειρηνικό Ωκεανό, προστατεύοντάς τα από την Σοβιετική επιρροή και συνδέοντάς τα έτι περαιτέρω με τις ΗΠΑ, αφ’ ετέρου διαμόρφωναν γεωγραφικά έναν ανασχετικό δακτύλιο στην περιφέρεια της Σοβιετικής Ένωσης, αποκόπτοντας την κάθοδό της προς τα θερμά ύδατα.  Εντούτοις, την επίσημη και αδιάσειστη απόδειξη πως οι ΗΠΑ και ο Δυτικός κόσμος, ένιωθαν, τουλάχιστον ότι έχριζαν προστασίας από την εξάπλωση της ιδεολογίας του Μαρξισμού-Λενινισμού, συνέστησε η απόφαση υιοθέτησης του 58 σελίδων υπομνήματος NSC-68 του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1950,[20] το οποίο μεταξύ άλλων πρότεινε την δραστική αύξηση του προϋπολογισμού των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, αναβάθμιζε μονοδιάστατα την αξία της στρατιωτικής υπεροχής και διεύρυνε τον ορίζοντα της ανάσχεσης πέραν των στρατηγικών εγκαταστάσεων ζωτικής σημασίας, περιλαμβάνοντας το σύνολο της υδρογείου, εγκαινιάζοντας ένα διπολικό, στρατιωτικά προσανατολισμένο διεθνές σύστημα. Το συμπέρασμα του NSC-68 σχετικά με την «Στρατηγική τής Ανασχέσεως» της Ηπειρωτικής Δυνάμεως των Σοβιετικών ήταν ότι: «Εντός του πλαισίου [και δεδομένης] τής παρούσης πόλωσης της ισχύος, μια ήττα των ελεύθερων θεσμών οπουδήποτε [στην υδρόγειο], αποτελεί ήττα απανταχού [στην υδρόγειο].».[21]

Ο Kennan προσδιόριζε την «Στρατηγική της Ανάσχεσης» πρωτίστως με διπλωματικούς, πολιτικούς και οικονομικούς όρους, διατηρώντας ως τελευταία καταφυγή τα στρατιωτικά μέσα.  Αντιθέτως, το NSC-68 προέβαλε τα στρατιωτικά μέσα ως την αιχμή του δόρατος.  Η μεταστροφή τού Λευκού Οίκου απέναντι στο Κρεμλίνο προήλθε εν πολλοίς από συγκεκριμένες διεθνείς εξελίξεις οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 1949 – 50, και αιφνιδίασαν αρνητικά τον Δυτικό κόσμο.  Πιο συγκεκριμένα, η απόκτηση της πυρηνικής ικανότητος εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης τον Αύγουστο του 1949 αναβάθμιζε το οπλοστάσιό της σε παρόμοιο επίπεδο με το αμερικανικό. Επίσης, η τελική επικράτηση των κομμουνιστών του Μάο στην Κίνα τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, καθώς και η υποστήριξη της Μόσχας προς το Πεκίνο και την Πιονγκγιάνγκ κατά τον πόλεμο της Κορέας την περίοδο 1950-53, δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν τον Λευκό Οίκο αδιάφορο. Αντίθετα, βάρυναν αποφασιστικά στην διαμόρφωση και υιοθέτηση μιας ανελαστικής πολιτικής στάσης από τις ΗΠΑ, με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και της λεγομένης κούρσας των εξοπλισμών μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης.

Κατά αυτόν τον τρόπο, η «Στρατηγική της Ανάσχεσης» εκ μέρους των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, πέραν του ισχύοντος στρατηγικού αποτρεπτικού δόγματος της Αμοιβαίως Εξασφαλισμένης Καταστροφής, (Mutual Assured Destruction – MAD) σε πυρηνικό επίπεδο, περιελάμβανε:  Πρώτον, το Ευρωπαϊκό μέτωπο ανασχέσεως, το οποίο συνιστούσε το κρισιμότερο εξ’ όλων μέτωπο, αφού η κυριαρχία επί αυτού παρείχε έλεγχο της βιομηχανικής και τεχνολογικής υποδομής τής Δυτικής Ευρώπης καθώς και διέξοδο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Δεύτερον, το ανασχετικό μέτωπο της Άπω Ανατολής, το οποίο συνιστούσε εξαιρετικά σημαντική ανασχετική ζώνη, ελέγχοντας τις θαλάσσιες διόδους από και προς τον Ειρηνικό Ωκεανό. Τρίτον, το ανασχετικό μέτωπο της νοτιοδυτικής Ασίας, το επονομαζόμενο και μέτωπο του «μαλακού υπογαστρίου» τής Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο βρεχόταν από τον Ινδικό Ωκεανό και την Αραβική Θάλασσα.[22]  Με δεδομένο τον μόνιμα παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό, οι ναυτικές, φιλελεύθερες, εμπορικές, αστικές δυνάμεις είχαν επιτύχει να περιορίσουν την ηπειρωτική, μαρξιστική, σοβιετική υπερδύναμη εντός τής εδαφικής της περιφέρειας, αποκόπτοντας οιαδήποτε  μορφή πρόσβασής της στα θερμά ύδατα, εφαρμόζοντας κατά τρόπον υποδειγματικό της Στρατηγική τής Ανάσχεσης.[23] Υπό αυτήν την λογική, κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, έλαβαν χώρα μια σειρά από σημαντικά ιστορικά γεγονότα όπως οι επεμβάσεις στην Κορέα, το Βιετνάμ, η μεταπολεμική υποστήριξη της Ιαπωνίας και η ίδρυση των CENTO, SEATO, και ασφαλώς του ΝΑΤΟ. Επίσης, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η περίπτωση της Αφγανικής κρίσης ανέδειξε την σημαντικότερη προσπάθεια της Μόσχας στην μεταπολεμική εποχή να διαρρήξει δυναμικά τον ασφυκτικό κλοιό των δυτικών, ναυτικών δυνάμεων, αρχικά μετερχόμενη ειρηνικά μέσα αλλά εν τέλει καταφεύγοντας σε στρατιωτικά τον Δεκέμβριο του 1979.[24]

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΟΝ ΑΡΚΤΙΚΟ ΩΚΕΑΝΟ

Αν και οι γεωπολιτικές μεταβολές στα γνωστά ανασχετικά μέτωπα σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν παράγοντα καταλυτικών εξελίξεων, στην ευρύτερη περιοχή τού Αρκτικού Ωκεανού σημειώνονται μνημειώδεις αλλαγές αφού εκεί αναδύεται ένα εξ’ ολοκλήρου καινούργιο θαλάσσιο μέτωπο με διόδους τόσο προς τον Βόρειο Ατλαντικό όσο και προς τον Βόρειο Ειρηνικό.  Εντούτοις, συνδιαμορφωτές της ολοκληρωμένης εικόνας και της φύσης του διαμορφούμενου νέου ανασχετικού μετώπου είναι μια σειρά σύγχρονων, πολιτικών κυρίως, παραγόντων, όπως το ισχύον νομικό πλαίσιο του θαλάσσιου χώρου, τα χαρακτηριστικά, οι γενικές τάσεις και η πολυπολικότητα του συγχρόνου διεθνούς συστήματος, και η πολιτική και η διπλωματία των εμπλεκομένων κρατών ή και άλλων, που φιλοδοξούν να συμμετάσχουν στα τεκταινόμενα στην περιοχή της Αρκτικής Ζώνης.

Κατά αρχήν, ακολουθώντας την επιταγή των κλιματολογικών τάσεων, τα οκτώ (8) κράτη της Αρκτικής Ζώνης, ήτοι ΗΠΑ, Καναδάς, Δανία (Γροιλανδία-Νήσοι Φερόε), Ισλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία και Ρωσία, από κοινού με τους αυτόχθονες πληθυσμούς τους, δημιούργησαν το 1991, το Αρκτικό Συμβούλιο, εν είδει διακρατικού χώρου ανταλλαγής απόψεων (forum) σχετικά με ζητήματα τα οποία ανακύπτουν στο πλαίσιο της Αρκτικής Ζώνης, και με σκοπό την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση και διαχείρισή τους.[25] Με δεδομένο, ότι, κάποια μέλη τού Αρκτικού Συμβουλίου αποτελούν παράκτια κράτη στον Αρκτικό Ωκεανό, συν τω χρόνω, προέκυψε η ανάγκη να διακηρυχθεί και επισήμως το καθιερωμένο νομικό καθεστώς που τον διέπει.  Αυτό συνέβη  στην πρώτη συνάντηση των πέντε παράκτιων αρκτικών κρατών στην Ilulissat της Γροιλανδίας, τον Μάιο του 2008. Με την Διακήρυξη της Ilulissat, ΗΠΑ, Καναδάς, Δανία (Γροιλανδία-Νήσοι Φερόε), Νορβηγία και Ρωσία, επισημοποίησαν την έως τότε καθιερωμένη πρακτική τους να ακολουθούν το «Δίκαιο της Θάλασσας», ανακοινώνοντας ότι ως νομικό καθεστώς του Αρκτικού Ωκεανού θα ίσχυε επισήμως και ομοφώνως το, ούτως ή άλλως, διεθνώς ισχύον νομικό καθεστώς της UNCLOS, όπως αυτό παρουσιάστηκε και ψηφίστηκε το 1982 στο Montego Bay της Τζαμάικα, αποτελώντας έκτοτε Διεθνή Νομοθεσία.  Η ανωτέρω διακήρυξη φέρνει τις ΗΠΑ στην περίεργη, θέση τού να συμφωνούν και να συνυπογράφουν την τήρηση των διατάξεων της UNCLOS ως νομικό καθεστώς για τον Αρκτικό Ωκεανό, χωρίς να έχουν υπογράψει την καθ’ αυτή νομοθεσία εν τη γενέσει της το 1982. Με την εφαρμογή τού Δικαίου της Θάλασσας, οι αρκτικές χώρες διεύρυναν την εθνική τους δικαιοδοσία στα 200 (350 υπό συγκεκριμένες συνθήκες), ναυτικά μίλια πέραν της αρκτικής τους υφαλοκρηπίδας, ασκώντας πλέον αποκλειστικά δικαιώματα εκμεταλλεύσεως σε βυθό, θάλασσα και αέρα, εντός του εύρους τής εν λόγω θαλάσσιας ζώνης για την οποία η Διεθνής Νομοθεσία καθιέρωσε την ονομασία «Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη» (ΑΟΖ).[26]

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Σήμερα, έχει διαμορφωθεί ένα πολυπολικό σύστημα, κυρίως οικονομικού, εμπορικού και ενεργειακού ανταγωνισμού μεταξύ των διεθνών δρώντων, οι οποίοι ποικίλουν κατά περίπτωση, από κλασικούς κρατικούς παίκτες μέχρι υπερεθνικούς οικονομικούς και πολιτικούς σχηματισμούς, αλλά και πολυεθνικούς οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς παράγοντες. Επίσης, έχουν αναδυθεί νέες στρατηγικές, οικονομικές και στρατιωτικές, δυνάμεις όπως τα κράτη BRICS, για τα οποία μολονότι υφίστανται εμφανείς εγγενείς αδυναμίες, φιλοδοξούν να κατοχυρώσουν μερίδιο της παγκόσμιας ισχύος. Λίαν συντόμως, έκαναν την εμφάνισή τους νέες πυρηνικές και ασύμμετρες απειλές παγκόσμιας εμβέλειας όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Βόρειας Κορέας, το Ιράν και η διεθνής τρομοκρατία, με αιχμή του δόρατος το φανατικό πολιτικό Ισλάμ και το τρομοκρατικό δίκτυο της Al Qaeda.  Είναι γεγονός, πως με την λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η πολιτική χαλάρωση του κατεστημένου συστήματος ανέδειξε νέες δυνάμεις βασισμένες ιδεολογικά στην διαφορετικότητα της κουλτούρας και του πολιτισμού, καθώς και της θρησκευτικής πίστης, βοηθεία των απολυταρχικών καθεστωτικών δομών οι οποίες τις υποθάλπουν.  Είναι αξιοσημείωτο, ότι τόσο στο Ιράν, όσο και στην Λαϊκή Δημοκρατία της Βόρειας Κορέας πρώτιστη προτεραιότητα των κυβερνώντων αποτελεί η συσσώρευση ισχύος, ενώ στον αντίποδα, οξύμωρο σχήμα αποτελεί η ταυτόχρονη ραγδαία διάδοση μεταξύ των πιο προηγμένων πολιτικά κρατών, της αντίληψης περί της αποτελεσματικότητος της πολιτικής τής «ήπιας ισχύος».

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Σε αντίθεση με την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν η δομή τού διεθνούς συστήματος οριζόταν αποκλειστικά από το αυστηρό ιδεολογικοπολιτικό δίπολο Φιλελευθερισμού-Κομμουνισμού και την στρατιωτικο-διπλωματική αντιπαράθεση ΝΑΤΟ-Συμφώνου Βαρσοβίας, ο σύγχρονος κόσμος έχει αποκτήσει ένα ιδιαιτέρως πιο σύνθετο και περίπλοκο πλαίσιο λειτουργίας, το οποίο προσδιορίζεται σε σημαντικότατο βαθμό από τον πολυπολικό χαρακτήρα του.

Εντός της λειτουργίας του ανωτέρω πολυπολικού συστημικού πλαισίου, η Κίνα και η Ινδία, αμφότερες πυρηνικές δυνάμεις, έγιναν δεκτές ως μόνιμοι παρατηρητές στο Αρκτικό Συμβούλιο με απόφαση της 8ης Υπουργικής Συναντήσεως των κρατών του στην Kiruna. Με απόλυτη πολιτική και διπλωματική μαεστρία, το καθεστώς του μόνιμου παρατηρητού δόθηκε επίσης στην Ιαπωνία, τη Νότιο Κορέα, την Σιγκαπούρη και την Ιταλία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως υπερεθνικός οργανισμός, έγινε ad hoc δεκτή, διευρύνοντας την διεθνή συμμετοχή και αμβλύνοντας πιθανές  αλγεινές εντυπώσεις σχετικά με την εισδοχή της Κίνας και της Ινδίας, ιδιαιτέρως δε της Κίνας.  Η απόδοση και κατοχύρωση του καθεστώτος παρατηρητού δεν επήλθε τυχαίως, αλλά ως φυσική ακολουθία της εργώδους προσπαθείας του Πεκίνου να οικοδομήσει οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με κράτη του Αρκτικού Συμβουλίου επί αμοιβαία ωφέλεια.  Παρ’ όλο που το ενδιαφέρον της Κίνας για την περιοχή ξεκίνησε με εφαλτήριο την επιστημονική έρευνα για τα γεωφυσικά φαινόμενα,[27] τα οποία έχουν αντίκτυπο στην κλιματική και οικολογική ισορροπία του οικοσυστήματος της οροσειράς των Ιμαλαΐων, πολύ γρήγορα συμπεριέλαβε στο εύρος των ενδιαφερόντων της τα αλιευτικά και ενεργειακά αποθέματα της Αρκτικής, καθώς και την προσδοκία πολλαπλού κέρδους ως αποτέλεσμα των συντομοτέρων και ασφαλεστέρων οδών ναυσιπλοΐας που παρέχει, εστιάζοντας εν τέλει, ευθέως στην γεωπολιτική υπεραξία που εμφανίζει το σύνολο των πλεονεκτημάτων τού γεωπολιτικού υποσυστήματος της Αρκτικής. Προχωρώντας ταχύτατα, τον Αύγουστο του 2012 έστειλε το μεγαλύτερο κινεζικό παγοθραυστικό, τον «Δράκο του Χιονιού», να ελλιμενιστεί στο Ρέικιαβικ,[28] ενώ, έπειτα από επίσημη επίσκεψη του Κινέζου πρωθυπουργού Wen Jiabao στη χώρα το 2012, σύνηψε την σημαντικότατη από γεωπολιτικής απόψεως, συμφωνία  Ελεύθερων Εμπορικών Συναλλαγών (Free Trade Agreement-FTA) με την Ισλανδική κυβέρνηση.[29] Με σκοπό την περαιτέρω διείσδυση, η Κίνα, σύνηψε σημαντικότατες από γεωπολιτικής απόψεως συμφωνίες με την Γροιλανδία, για την δημιουργία κοινοπραξιών που περιλαμβάνουν κρατικές κινεζικές εταιρίες ερεύνης, εξορύξεως και εκμεταλλεύσεως ορυκτών πόρων, σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Το εν λόγω εγχείρημα συνοδεύτηκε από τις ευλογίες της Κοπεγχάγης, αφού, ούτως ή άλλως, συνταγματικά η πρωτεύουσα Nuuk είναι απολύτως κυρίαρχη, ήδη από το 2009, στην διαχείριση των τομέων της Δικαιοσύνης και των Ορυκτών Πόρων της Γροιλανδίας.[30] Με δεδομένη την ανωτέρω κινεζική κινητικότητα, καθίσταται σαφής η σπουδαιότητα που αποδίδει το Πεκίνο στην Αρκτική Ζώνη και η οποία συμβαδίζει με την γεωμετρικής φύσεως ανάπτυξη και προσπάθεια εδραίωσής του αρχικά στα πιο αδύναμα περιφερειακά κράτη τής περιοχής, τα οποία έχουν άμεση ανάγκη οικονομικής ανάκαμψης, όπως είναι οι Ισλανδία και Γροιλανδία.[31]

Έτσι, αποτελεί βεβαιότητα, ότι η Αρκτική Ζώνη από παραγνωρισμένη περιφέρεια του πλανήτη πρόκειται, στο άμεσο μέλλον, και σίγουρα ενός των δύο επομένων δεκαετιών, να αναβαθμιστεί ποιοτικά και ποσοτικά σε όλους του τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητος.  Το κέντρο βάρους τού πλανήτη, από την Μεσόγειο Θάλασσα που λειτουργεί ως η κύρια πλανητική διαμετακομιστική οδός και αποτελεί γεωπολιτικό υποσύστημα ιδιαίτερης πολιτικής και στρατιωτικής σημασίας, θα μετατοπιστεί με μαθηματική ακρίβεια αρκετά βορειότερα. 

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ Η ΑΡΚΤΙΚΗ ΖΩΝΗ

Με δεδομένη την δραστική μείωση της Ρωσοφοβίας στον σύγχρονο Δυτικό κόσμο, οι αναλύσεις των αρμοδίων Αρχών και οργανισμών για την Ρωσία και τις προθέσεις της έχουν εκλογικευτεί σε σημαντικό βαθμό.  Αυτό δεν σημαίνει πως η Δύση προσπερνά ή πρέπει να προσπερνά την προσπάθεια της Μόσχας για αύξηση του πολιτικού και στρατιωτικού της ειδικού βάρους στην Αρκτική Ζώνη, εφόσον και όποτε αυτό συμβαίνει.

Εντούτοις, επιχειρήματα με έωλη ψυχροπολεμική βάση και πεπερασμένη πολιτική δυναμική και απήχηση κάνουν την εμφάνισή τους σχετικά με τις προθέσεις της Μόσχας για τον Αρκτικό Ωκεανό. Το πρώτο συμβάν που πυροδότησε συζητήσεις και σχόλια εντός αυτού του πλαισίου, ήταν το δυστύχημα του Ρωσικού πυρηνικού υποβρυχίου Kursk στα παγωμένα ύδατα της θάλασσας του Barents, τον Αύγουστο του 2000, το οποίο και συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη, τόσο εξαιτίας της τραγικής εξέλιξης του συμβάντος, όσο και διότι ξύπνησε ψυχροπολεμικές μνήμες.  Επτά έτη αργότερα, η τοποθέτηση της Ρωσικής σημαίας στον βυθό του Αρκτικού Ωκεανού, ακριβώς κάτω από τον Βόρειο Πόλο, τον Αύγουστο του 2007 από τον ωκεανογράφο, εξερευνητή του Βορείου Πόλου και μέλος της Δούμας, Artur Chilingarov, πυροδότησε εκ νέου ψυχροπολεμικά σενάρια, ατελέσφορες συζητήσεις αλλά και επίσημες δηλώσεις αξιωματούχων σχετικά με την ρωσική ενέργεια. 

Η στάση της Μόσχας, αλλά και η εν γένει πολιτική της για την Αρκτική Ζώνη και τον Αρκτικό Ωκεανό, εκ πρώτης όψεως περιλαμβάνει πλήθος ιδεαλιστικών στοιχείων, γεγονός που είναι πολύ δύσκολο να αφομοιωθεί από την Δύση.  Όμως, οι σχέσεις της Ρωσίας με τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ δείχνουν να είναι εξ’ ορισμού ρεαλιστικές, αφού καθιέρωσαν κοινά αποδεκτά μέσα ενισχύσεως των κοινών συμφερόντων τους, αρχής γινομένης από την παραδοχή τής UNCLOS ως την διεθνή συνθήκη που διέπει τον Αρκτικό Ωκεανό.  Αποτελεί δε θεαματική εξέλιξη ότι η χρόνια διαφορά μεταξύ Ρωσίας και Νορβηγίας για τον καθορισμό των μεταξύ των θαλασσίων εθνικών συνόρων σε μια περιοχή εντός του γεωγραφικού τριγώνου Murmansk-Νήσοι Svalbard-Νήσοι Novayia Zemlia, λύθηκε κοινή συναινέσει μετά την πάροδο 40 ετών, τον Σεπτέμβριο του 2010, επιτρέποντας την περαιτέρω εξερεύνηση νέων πηγών υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου από τις δύο χώρες.[32] Υπό παρόμοια λογική, Καναδάς και Δανία βρίσκονται εγγυτέρα σε μια λύση σχετικά με την επίσης χρόνια διένεξη για την βραχονησίδα Hans.[33] 

Η ΡΩΣΙΑ ΩΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΥΝΑΜΗ[34]

Αναντίρρητο γεγονός αποτελεί η θεαματική αύξηση της γεωπολιτικής αξίας των Αρκτικών κρατών. Εντούτοις, η αδιαφιλονίκητη πλεονεκτούσα γεωπολιτικά, εξακολουθεί να παραμένει η Ρωσία, με πλεονέκτημα κυρίως την γεωγραφική της θέση σε σχέση με τον Αρκτικό Ωκεανό και την Αρκτική Ζώνη, αλλά και την ευρεία έκτασή της, η οποία αποτελεί το 1/3 περίπου του συνόλου τής εδαφικής έκτασης της Ευρασίας.

Σχετικά με τα οικονομικά, ενεργειακά και ναυσιπλοϊκά οφέλη και δικαιώματα της Μόσχας, ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, επισκεπτόμενος το 2010 ερευνητική βάση στην περιοχή της Yakutia ως πρωθυπουργός,  δήλωσε ότι «…σύμφωνα με πρόχειρες μετρήσεις, τα ανακαλυφθέντα αποθέματα έως σήμερα [τότε], αξίζουν περίπου 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων πετρελαίου, φυσικού αερίου, λιγνίτη, χρυσού και διαμαντιών».[35]  Επιπροσθέτως, σε συνέδριο που διεξήχθη στον Αρχάγγελο στις 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2011, δια στόματός του, εξεφράσθη επισήμως, πως η Βόρεια Θαλάσσια Οδός είναι αρκετά σημαντική σε σχέση με τις υπόλοιπες υπάρχουσες οδούς, και πως η κυβέρνησή του θέλει να καταστήσει τη συγκεκριμένη οδό ως μια από τις βασικότερες και με παγκόσμια σημασία, η οποία θα μπορεί να ανταγωνιστεί τις παραδοσιακές οδούς[36]

Με το 20% του συνολικού μη ανακαλυφθέντος ακόμα παγκοσμίου αποθέματος υδρογονανθράκων να φιλοξενείται στην Αρκτική Ζώνη[37] και δη στον Αρκτικό Ωκεανό, η πλειονότητα του οποίου βρίσκεται εντός της ρωσικής ΑΟΖ, είναι λογικό η Μόσχα να οικοδομεί μια πολιτική προστασίας των οικονομικών της συμφερόντων. Η διαδικασία αποτελεί μια μεγάλης κλίμακας προσπάθεια, η οποία συμπεριλαμβάνει την ναυπήγηση ικανού στόλου παγοθραυστικών, την δημιουργία νέων λιμένων και σταθμών ναυσιπλοΐας, δίκτυο ερεύνης και διάσωσης, και ικανότητα αντιμετώπισης πετρελαϊκών ατυχημάτων που ρυπαίνουν.[38]  Παράλληλα, πρέπει να πυκνώσουν και να εκσυγχρονιστούν το οδικό, σιδηροδρομικό και αεροπορικό περιφερειακό δίκτυο καθώς και οι αγωγοί μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου, κάτι που θα προσδώσει στην περιοχή σημαντική ανάπτυξη σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.[39]  

Ως εκ τούτου, το ερώτημα, που ευλόγως προκύπτει είναι το αν η Ρωσία έχει ηγεμονικές τάσεις με πεδίο εφαρμογής το σύνολο της Υδρογείου. Οι Mackinder και Spykman, θεωρούν ότι η Ηπειρωτική Δύναμη είναι «προορισμένη» από την παγκόσμια γεωγραφία να επιδιώξει κάτι τέτοιο. Αλλά και η σύγχρονη ρωσική Υψηλή Στρατηγική (grand strategy) συντείνει σε αυτό το συμπέρασμα.  Τα προγράμματα ναυπήγησης και αναδιάρθρωσης του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού τής Ρωσίας δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τις παγκόσμιες, ναυτικές τουλάχιστον, φιλοδοξίες της:  Ο πρόεδρος Πούτιν κατά την διάρκεια των εργασιών του Δευτέρου Διεθνούς Αρκτικού Συνεδρίου, το οποίο διεξήχθη στις 22-23 Σεπτέμβριου 2011 στον Αρχάγγελο, ανακοίνωσε την παραγγελία τριών νέων πυρηνοκίνητων και έξι νέων ντιζελοκίνητων παγοθραυστικών, προϋπολογισμού 543 εκατομμυρίων ευρώ, προκειμένου έως το 2020 ο ρωσικός στόλος παγοθραυστικών να φτάσει τα 20 πλοία, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει στην Μόσχα τα εχέγγυα για ασφαλή πρόσβαση και στα πιο δυσπρόσιτα σημεία, με σκοπό την συστηματική άντληση υδρογονανθράκων από τον Αρκτικό Ωκεανό.[40]  Παράλληλα, ο Πούτιν ανακοίνωσε την οικοδόμηση νέου λιμένα στην ρωσική χερσόνησο Yamal στην Αρκτική,  προϋπολογισμού 33 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ως μια κίνηση υποστήριξης της καθιέρωσης της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού και της προώθησής της ως συμβατικής διαδρομής διαμετακομισμού.

ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ «ΑΝΑΣΧΕΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ»

Η κατάσταση γίνεται πολύπλοκη και πολλαπλά διλημματική για τις δυτικές ναυτικές δυνάμεις και τις ΗΠΑ. Πολλώ δε μάλλον, εφόσον η πρακτική αποδεικνύει ότι τα οικονομικά συμφέροντα των αρκτικών μελών τού ΝΑΤΟ συμπίπτουν εν πολλοίς με τα Ρωσικά σε περιφερειακό επίπεδο. Επί παραδείγματι, η Νορβηγία ή ο Καναδάς έχουν αμοιβαία ωφέλεια από την διατήρηση και επέκταση του συνεργατικού πνεύματος στην Αρκτική, ιδιαιτέρως όταν η Ρωσία ενεργεί συμφώνως προς την διεθνή νομοθεσία και προωθεί την μεταξύ τους άριστη σχέση συνεργασίας. Με θεσπισμένο το νομικό καθεστώς της Αρκτικής, κανένα αρκτικό παράκτιο κράτος, πλην των ΗΠΑ οι οποίες δεν έχουν υπογράψει την UNCLOS, δεν θα είχε λόγο να αμφισβητήσει επί μακρόν και συστηματικά την υφαλοκρηπίδα ή την ΑΟΖ της Ρωσίας, παρ’ όλο που η τελική οριοθέτησή της, όπως και όλων των άλλων παράκτιων αρκτικών κρατών δεν έχει συντελεσθεί.   

Εντούτοις, η ιστορική διαπλοκή της παγκόσμιας γεωπολιτικής σε συνάρτηση με την πολιτικο-στρατιωτική συμμαχία των ναυτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, αποτελεί φυσική συστημική τροχοπέδη στην απρόσκοπτη συνεργασία των «πέντε».  Και τούτο, διότι τα εθνικά συμφέροντα των μη αρκτικών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με εκείνα των αρκτικών κρατών.  Βεβαίως, σε μια συμμαχία όπως το ΝΑΤΟ, δεν δύναται να υπάρξει πλήρης ταύτιση των εθνικών συμφερόντων των κρατών-μελών της.  Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, είναι παραπάνω από σίγουρο πως τα υπόλοιπα μη αρκτικά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα δυσαρεστηθούν σφόδρα εάν η κατάσταση παραμείνει ως έχει, αφού θεωρούν ότι ενώ είναι εκείνα που συμβάλουν αποφασιστικά στην ανάσχεση της Ρωσίας στο σημαντικότερο μέτωπο, το Ευρωπαϊκό, τους καρπούς τής ανασχέσεως δρέπουν τα τέσσερα αρκτικά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ από κοινού, και μάλιστα σε αγαστή συνεργασία με την ανασχετιζόμενη Ρωσία! Η πιθανότητα, μεγάλες επιχειρηματικές κοινοπραξίες, στις οποίες συμμετέχουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, να επιχειρήσουν στην Αρκτική βάσει των προσφάτων αποφάσεων του Αρκτικού Συμβουλίου, δεν αποτελεί επαρκή λύση για μια εξομάλυνση της εσωτερικής δυσαρέσκειας στην συμμαχία.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΓΩΝΙΚΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ

Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι, σε μια μοντέρνα εφαρμογή τής τριγωνικής διπλωματίας τού Henry Kissinger, ΗΠΑ και Ρωσία θα αποπειραθούν να χρησιμοποιήσουν το Πεκίνο ως αντίβαρο, η κάθε μια προς την άλλη.  Με την εξέλιξη της διείσδυσης της Κίνας στον Αρκτικό, αυτό πρόκειται να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.  Είναι πολύ πιθανόν οι ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις Κινεζικές φιλοδοξίες στην περιοχή και την ολιγωρία τους που τις έχει καταστήσει περίπου ουραγό στην κούρσα της Αρκτικής, να επιχειρήσουν μια σύμπραξη με την Κίνα, στην προσπάθεια  εξισορρόπησης της επιρροής της Μόσχας. Από την άλλη, η Μόσχα που διατηρεί αμοιβαία διεθνή συμφέροντα με το Πεκίνο σε πολλά γεωπολιτικά υποσυστήματα (όπως η Μέση Ανατολή) και συνεργάζεται σε επίπεδο Συμβουλίου Ασφαλείας μαζί του, δεν θα επιθυμούσε σε καμία περίπτωση την εισαγωγή εξω-αρκτικών παραγόντων στην Αρκτική, οι οποίοι θα αλλοίωναν τον «Άπω Βόρειο» χαρακτήρα του αλλά και το θετικό ισοζύγιο της επιρροής που απολαμβάνει έως τώρα.

Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι το σύγχρονο γεωπολιτικό και διεθνές περιβάλλον δεν αφήνει  περιθώρια για την εφαρμογή μιας στενού χαρακτήρα ανασχετικής στρατηγικής, εξαρτωμένης κατ’ ουσίαν, πλήρως από τον στρατιωτικό πυλώνα μιας μοναδικής Υψηλής Στρατηγικής. Υπό το αυστηρό γεωπολιτικό πρίσμα, οι συστημικές τάσεις τού διεθνούς περιβάλλοντος και τα πρότυπα μοντέλα ανάσχεσης της Ηπειρωτικής Δύναμης, σε συνάρτηση με τις γεωφυσικές μεταβολές που καθιστούν τον Αρκτικό Ωκεανό πλεύσιμο και διελεύσιμο, καθώς και με τις πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες των παράκτιων κρατών τού Αρκτικού Ωκεανού αλλά και των διεθνών δρώντων, προκύπτει ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι η κλασσική έννοια του όρου τής «Ανάσχεσης» των παραδοσιακών γεωπολιτικών μοντέλων μετεξελίσσεται σε μια νέα έννοια, αποδίδουσα το περιεχόμενο του «Ανασχετικού Ανταγωνισμού», τουλάχιστον αναφορικά με τα βόρεια γεωγραφικά τμήματα του Ατλαντικού και του Ειρηνικού Ωκεανού.

Είναι πλέον σαφές ότι η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει καταλυτικά την γεωγραφική περιοχή της Αρκτικής Ζώνης, συρρικνώνοντας την παγωμένη έκτασή της, καθιστώντας την πλεύσιμη και διελεύσιμη. Από τώρα και στο εξής, η Μόσχα δεν χρειάζεται να περιμένει το Σιβηρικό θέρος για να αποπλεύσει από τον λιμένα τού Βλαδιβοστόκ, ο οποίος παρέμενε απολύτως λειτουργικός για τέσσερις περίπου μήνες, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Υπάρχουν δύο νέοι έξοδοι στην αυλή της, τον Αρκτικό Ωκεανό, που λίαν συντόμως πρόκειται να συμπεριληφθεί και επισήμως στις «θερμές θάλασσες». Γεγονός αποτελεί, ότι η ανάσχεση της Ηπειρωτικής Δύναμης της Μόσχας στο νεότευκτο μέτωπο του Αρκτικού Ωκεανού (πρακτικά, στα μέτωπα του Βορείου Ατλαντικού και Βόρειου Ειρηνικού), κρίνεται απαραίτητη για την μακρότερη επιβίωση τής δυτικής πρωτοκαθεδρίας, με ηγέτη τις ΗΠΑ, εντός ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος.  Αλλιώς, όπως προέβλεψαν πρώτοι οι Mackinder και Spykman, η άμεση πρόσβαση της Ρωσίας στα θερμά ύδατα, της παρέχει το συγκριτικό γεωγραφικό πλεονέκτημα για την απόκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας.

Εντούτοις, μια στρατηγική ανασχέσεως, στηριζόμενη πρωτίστως, αν όχι μονολιθικά, στον στρατιωτικό πυλώνα, όπως εκείνη του Ψυχρού Πολέμου, είναι εντελώς ανέφικτη στην σύγχρονη εποχή τού πολυπολικού διεθνούς συστήματος, και τουτο γιατί η πολυπολικότητα εμπεριέχει την τάση για αποχή από ακραίες ενέργειες, για πλουραλισμό και συνεργασία.  Κατά συνέπεια, η μορφή της νέας ανασχετικής στρατηγικής οφείλει να εδράζεται στην άοκνη και εργώδη ανταγωνιστική φύση τής κουλτούρας του Δυτικού κόσμου. Έτσι, η συμμαχία των ναυτικών δυνάμεων πρέπει να αναβαπτίσει την θεωρητική της βάση για να πετύχει την μέγιστη ιδεολογική σύμπνοια μεταξύ των μελών της, προκειμένου να μπορεί να λειτουργεί ανασχετικά απέναντι στον μεγάλο αντίπαλο, την Ηπειρωτική Δύναμη, την Ρωσία.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc. All rights reserved.

[1] ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ph.D. Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Σπουδών

[2] Borgerson, Scott, “The Coming Arctic Boom. As the Ice Melts, the Region Heats Up”, Foreign Affairs, vol. 92, no 4, July/August 2013, pp. 76-89, p. 80.

[3] Επεξεργασμένη φωτογραφία-Χάρτης, Νο 2, Η Αρκτική Ζώνη, με επίκεντρο τον Αρκτικό Ωκεανό, υπό τήξη.

[4] Ria Novosti, 17-10-2012.

[5] Emmerson , Charles and Lahn, Glada, Arctic opening: Opportunity and Risk in the High North, The Energy, Environment and Development Programme (EEDP), Lloyd’s for Chatham House, Chatham House (RIIA), London, 2012, p. 13.

[6] Ibid., p. 13.

[7] Ria, op. cit.  Επίσης, Χάρτης, Νο 5, Το νέο «Βορειοδυτικό Πέρασμα», και η νέα «Βόρεια Διαδρομή»: Το παράδειγμα.

[8] Mazis, I., Th., Une Nouvelle Équilibre Strategique Internationale et Mediterraneenne: l’Infuence Russe et Chinoise au Sous-Systeme Euro-Mediterraneen, 22eme Session de la Fondation Mediterraneenne d’Études Strategiques Athenes, 10-13 Avril, 2012. Επίσης, όρα Borgerson, Scott, “The Coming Arctic Boom. As the Ice Melts, the Region Heats Up”, Foreign Affairs, vol. 92 no 4, July/August 2013, pp. 76-89.

[9] Τμήμα της ανάλυσης των Κλασσικών Αγγλοσαξονικών Γεωπολιτικών Θεωριών δύναται να συμπίπτει με τμήμα παρόμοιας ανάλυσης, το οποίο αποτελεί μέρος της Εισηγήσεως που τελεί υπό έκδοση: Σωτηρόπουλος, Ιωάννης, Π., «Οι Αραβο-Μουσουλμανικές Εξεγέρσεις ως Φαινόμενο Ανάσχεσης της Ρωσίας», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, «Οι Εξεγέρσεις στον Αραβο-Μουσουλμανικό Κόσμο: Ζητήματα Ειρήνης και Σταθερότητας στη Μεσόγειο», Συλλογικό, Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 10 – 12 Δεκεμβρίου 2012, Παπαζήση, υπό έκδοση.

[10] Ο Mackinder παρουσίασε τα ευρήματά του σε τρεις διαδοχικές φάσεις: Το 1904 στο άρθρο του “The Geographical Pivot of History” που φιλοξενήθηκε στο Geographical Journal, θέτοντας τις βάσεις της θεωρίας του μίλησε για την στρατηγική αξία της γεωγραφικής «περιοχής του Έστωρος» στην παγκόσμιο πολιτική, το 1919 στο βιβλίο του Democratic Ideals and Reality. A Classic Work of Geography and World Power, επανεκτίμησε το πρότυπό του συρρικνώνοντας την «περιοχή του Έστωρος» και μετονομάζοντας την σε «Κεντρική Γη/Καρδιά» και τέλος το 1943 στο άρθρο του “The Round World and the Winning of Peace” στο Foreign Affairs, επανέλαβε την αξία των θεωριών του επανεξετάζοντας τες σε συνάρτηση με τα εξελιγμένα στρατιωτικά και τεχνολογικά μέσα της εποχής.

[11] Χάρτης, Νο 6, Η γεωπολιτική θέαση της υδρογείου από τον Sir Halford Mackinder, Perry-Castaneda Library Map Collection, University of Texas at Austin.

[12] Χάρτης, Νο 7, Η συνεισφορά του Nicholas Spykman στην ανάπτυξη του γεωπολιτικού προτύπου του Sir Halford Mackinder για την υδρόγειο, Perry-Castaneda Library Map Collection, University of Texas at Austin.

[13] Telegram, George Kennan to George Marshall, February 22, 1946. Harry S. Truman Administration File.

[14] Ibid.

[15] Ibid.

[16] Ibid.

[17] Ibid.

[18] X., “The Sources of Soviet Conduct”, Foreign Affairs, Vol. 25, no. 4, July 1947, pp. 566–82.

[19] X., “The Sources of Soviet Conduct”, Foreign Affairs, Vol. 25, no. 4, July 1947, pp. 566–82.

[20] “United States Objectives and Programs for National Security”, (April 14, 1950). A Report to the President, Pursuant to the President’s Directive of January 31, 1950, TOP SECRET, [Washington], April 7, 1950. Το υπόμνημα NSC-68 παραδόθηκε απευθείας στον Πρόεδρο  Truman από μία ad hoc δημιουργηθείσα διυπουργική επιτροπή, υπό την ηγεσία του Paul Nitze, προϊσταμένου της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Πολιτικής του Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και διάδοχο του George Kennan.

[21] Ibid.

[22] Brzezinski, Zbigniew, Game Plan, How To Conduct The U.S. Soviet Contest, Atlantic Monthly Press, Boston, 1986, pp. 253-5 and pp. 30-75. Επίσης όρα Mazis, I., Th., Une Nouvelle Équilibre Strategique Internationale et Mediterraneenne: l’Infuence Russe et Chinoise au Sous-Systeme Euro-Mediterraneen, 22eme Session de la Fondation Mediterraneenne d’Études Strategiques Athenes, 10-13 Avril, 2012.

[23] Όρα Χάρτη Νο 8, Τα τρία κεντρικά μέτωπα ανασχέσεως της Ηπειρωτικής Δυνάμεως στην Ευρασία κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, Ibid., p. 42.

[24] Σύμφωνα με τους Παραδοσιοκράτες η Σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν ήταν επιθετικής φύσεως. Στον αντίποδα οι Αναθεωρητιστές υποστηρίζουν ότι ήταν αμυντικογενούς φύσεως ενώ οι μετά-Αναθεωρητιστές ότι προήλθε ως μηχανιστικό φαινόμενο του Διεθνούς Συστήματος. Όρα Σωτηρόπουλος, Ιωάννης, Π., Κίνητρα και Αιτίες της Σοβιετικής Επέμβασης στο Αφγανιστάν. Μία Επανεκτίμηση, υπό έκδοση. Επίσης, όρα   Macdonald, Douglas, J., “Communist Bloc Expansion in the Early Cold War: Challenging Realism, Refuting Revisionism”, International Security, Vol. 20, no. 3, Winter, 1995-6, pp. 152-188.

[25] Arctic Council, Declaration of the Establishment of the Arctic Council, Ottawa Declaration, September 1996, Ottawa, Canada.

[26] Όρα Χάρτη Νο 9, Εθνική Θαλάσσια Κυριαρχία και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη των Παρακτίων Κρατών της Αρκτικής.

[27] Προκειμένου να συλλέξει δεδομένα για την κλιματική αλλαγή, η Κίνα το 2004 ίδρυσε το Αρκτικό Ερευνητικό Κέντρο στον σταθμό του Κίτρινου Ποταμού, στο Νορβηγικό νησί Spitsbergen. Επίσης, τo Κινεζικό παγοθραυστικό Xue Long, (Δράκος του Χιονιού), ξεκίνησε ένα τρίμηνο θαλάσσιο ταξίδι στην Αρκτική για να συλλέξει δεδομένα για το μεταβαλλόμενο οικοσύστημά της.

[28] Borgerson, Scott, “The Coming Arctic Boom. As the Ice Melts, the Region Heats Up”, Foreign Affairs, vol. 92 no 4, July/August 2013, pp. 76-89, p. 84.

[29] Ibid., p. 84.

[30] Ibid., p. 85.

[31] Με την οικονομική διείσδυση νέων και ισχυρών παραγόντων στην οικονομική ζωή της Αρκτικής, η τάση για μείωση της ουσιαστικής ισχύος των μικρών Αρκτικών κρατών όπως η Ισλανδία και της επιρροής των αυτοχθόνων πληθυσμών όπως οι αυτόχθονες Γροιλανδοί Inuit και οι Λάπωνες, ενισχύεται δραστικά. Περί σταθερότητος του γεωπολιτικού υποσυστήματος της Αρκτικής Ζώνης και των αυτοχθόνων πληθυσμών της, όρα Σωτηρόπουλος, Ιωάννης, Π., «Οι αυτόχθονες πληθυσμοί της Αρκτικής Ζώνης ως παράγοντας σταθερότητος του γεωπολιτικού υποσυστήματός της», Κείμενο Εργασίας, Τμήμα Τουρκικών και Συγχρόνων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπό σύνταξη.

[32] “Russia and Norway resolve Arctic border dispute. Treaty allows for new oil and gas exploration and settles 40-year row over Barents Sea”, The Guardian, 15 September 2010.

[33] Οι διαπραγματεύσεις που άρχισαν το 2012, ανάμεσα στον Καναδά και τη Δανία, οι οποίες δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί, κάνουν έκκληση είτε για συγκυριαρχία, είτε για διαίρεση της αμφισβητούμενης κυριαρχίας της νήσου στα δύο. Εάν το νησί χωριζόταν με σύνορα, θα δημιουργούσε το δεύτερο χερσαίο σύνορο του Καναδά με την Δανία. Canadian Broadcasting Corporation, “Audio Report on Hans Island”, “April 11, 2012.

[34] Τμήμα των πρωτογενών πηγών και στοιχείων που παρατίθενται και αναλύονται στο παρόν υποκεφάλαιο, έχουν παρουσιασθεί στην εισήγηση: Σωτηρόπουλος, Ιωάννης, Π., «Οι Αραβο-Μουσουλμανικές Εξεγέρσεις ως Φαινόμενο Ανάσχεσης της Ρωσίας», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, «Οι Εξεγέρσεις στον Αραβο-Μουσουλμανικό Κόσμο: Ζητήματα Ειρήνης και Σταθερότητας στη Μεσόγειο», Συλλογικό, Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 10 – 12 Δεκεμβρίου 2012, Παπαζήση, υπό έκδοση.

[35] Putin, Vladimir, Meeting with researchers of the Lena-2010 expedition, 2010a.

[36] Minutes of the Second International Arctic Forum: “The Arctic-Territory of Dialogue”, 22-23 September 2012, Arkhangelsk.

[37] Zysk, Katarzyna, “The Evolving Arctic Security Environment: An Assessment”, in Blank, Stephen, J., Russia in the Arctic, Strategic Studies Institute, Carlisle, 2011, pp. 96-97. Επίσης, Käpylä, Juha and Mikkola, Harri, The Global Arctic, The Growing Arctic Interests of Russia, China, the United States and the European Union, FIIA, Briefing Paper 133, The Finnish Institute of International Affairs, August 2013,  p. 3.

[38] Käpylä, Juha and Mikkola, Harri, The Global Arctic, The Growing Arctic Interests of Russia, China, the United States and the European Union, FIIA, Briefing Paper 133, The Finnish Institute of International Affairs, August 2013,  p. 4.

[39] Ibid., p. 4.

[40] Minutes of the Second International Arctic Forum, op. cit.

________________________

Το ΕΛΙΓΕΑ προάγει την ελευθερία της λόγου και δημοσιεύει μόνο ενυπόγραφα και αυτούσια τα κείμενα των συνεργαζόμενων με τις σελίδες του χωρίς καμία παρέμβαση. Ωσαύτως δημοσιεύει τους Συνδέσμους εργασιών τους από άλλα Μέσα ή και Συνδέσμους άλλων Μέσων. Προϋπόθεση κάθε δημοσίευσης είναι οι συγγραφείς να τηρούν απαρεγκλίτως στα δημοσιεύματά τους την Εθνική και Διεθνή νομοθεσία.

Το ΕΛΙΓΕΑ δεν ασπάζεται προσωπικές κρίσεις και απόψεις, που τυχόν παραβιάζουν τους νόμους ή βασίζονται σε μη αποδεικνυόμενα στοιχεία και δεν φέρει καμία ευθύνη γι’ αυτές.

Το ΕΛΙΓΕΑ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ την αναδημοσίευση των κειμένων του υπό τον όρο να δημοσιεύονται ΜΟΝΟ οι δύο πρώτες παράγραφοι μαζί με τον ενεργό σύνδεσμό (link) του: eligea.gr/κλπ…, ώστε η ανάγνωση να συνεχίζεται στην ιστοσελίδα μας.