Ιωάννης Π. Σωτηρόπουλος, Ph.D

Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αρθρογραφικός σχολιασμός επί του άρθρου του Καθηγητού Kenneth Ν. Waltz, “Why Iran Should Get the Bomb”, Foreign Affairs, July-August, 2012.

Μετά μεγίστης προσοχής, περίσσιου δέους και απεριόριστου σεβασμού ανέγνωσα το τελευταίο άρθρο του θρυλικού καθηγητού και σκαπανέα της επιστημονικής κοινότητος Kenneth N. Waltz, μιας φιλοσοφικής διανόησης της εποχής μας στην οποία οφείλουμε πάρα πολλά όλοι οι ενασχολούμενοι με την Διεθνή Πολιτική και τις θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων. Ακούσια, σχεδόν αυτόματα, ταξίδεψα πίσω στα φοιτητικά μου χρόνια αισθανόμενος εκ νέου αυτό το ακόρεστο αίσθημα για μάθηση όταν ρουφούσα στην κυριολεξία τα έργα του “Man, the State, and War” και “Theory of International Politics”, επιστημονικά ορόσημα που συνδιαμόρφωσαν την αντίληψή μου, όπως και πλείστων άλλων, για τον κόσμο γύρω μας ως θιασώτου του δομικού ρεαλισμού.

Σύμφωνα με το άρθρο του “Why Iran Should Get the Bomb” που δημοσιεύτηκε στο παγκοσμίως έγκριτο περιοδικό Foreign Affairs, η άποψή πως η απόκτηση πυρηνικής ικανότητος από την Τεχεράνη καθίσταται θετική προοπτική για την γενικότερη ειρήνευση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, μέσω της διαμορφούμενης πυρηνικής αποτροπής (Nuclear Deterrence) και πυρηνικής ισορροπίας (Nuclear Balance) ή ακόμα και σταθερότητας απειλής (Balance of Threat), που θα διέπει, σε μία τέτοια περίπτωση, το δίπολο Ιράν-Ισραήλ, αποτελεί αφενός μία πολύ θεωρητική, αφετέρου εξαιρετικά επικίνδυνη ως προς την προσπάθεια εφαρμογής της πολιτική αντίληψη.  Εν προκειμένω, δεν πρόκειται να διαφωνήσω στην λογική των θεωρητικών, ιστορικών και ορθολογικών επιχειρημάτων του Καθηγητού.  Πράγματι, το Ιράν δεν πρόκειται να απεμπολήσει το πυρηνικό στρατιωτικό του πρόγραμμα, ούτε μία οριοθετημένη από διεθνείς οργανισμούς ερυθρά γραμμή σε αυτό, με στόχο την χρήση της πυρηνικής ενέργειας για απολύτως ειρηνικούς σκοπούς, θα είχε κάποιο μόνιμο και αξιόπιστο αποτέλεσμα. Επίσης, οι διεθνείς κυρώσεις εναντίον της χώρας επιφέρουν αμελητέο αν όχι το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που προσδοκά η διεθνής κοινότητα και ασφαλώς, μια επίθεση στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις από το Ισραήλ, απλώς θα επιβεβαίωνε με τον κατηγορηματικότερο τρόπο την άμεση ανάγκη της επίτασης ενός στρατιωτικού χαρακτήρα πυρηνικού προγράμματος εκ μέρους της Τεχεράνης με σκοπό την επίτευξη ενός επαρκούς επιπέδου εθνικής ασφάλειας για το Ιράν.

Ωστόσο, ενώ αποτελεί αναντίρρητο γεγονός, σε απόλυτη συμφωνία με τον Waltz, πως το Ιράν δεν κυβερνάται από άφρονες μουλάδες (mad mullahs), η μονοσήμαντη οπτική πως αποκτώντας πυρηνική στρατιωτική ικανότητα, θα συμπεριφέρετο ως μια άλλη ‘περιφερειακή’ Σοβιετική Ένωση χρήζει τουλάχιστον της αρωγής ενός ευρύτερου αναλυτικού μοντέλου. Πράγματι, μια μελλοντική ιρανική πυρηνική δυνατότητα ενδέχεται να μην χρησιμοποιείτο με άφρονα τρόπο πάντως σίγουρα θα αποτελούσε εφαλτήριο για άσκηση επιρροής, σε άλλα κράτη, αρχίζοντας από τα γειτονικά της περιοχής.  Άμα τη ανακηρύξη της Τεχεράνης σε πυρηνική δύναμη, και με το 15% των Αφγανών να ανήκουν στο σιιτικό δόγμα, το Ισλαμαμπάντ θα υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων να επιτείνει έτι περαιτέρω την εργώδη προσπάθειά του εντός του Αφγανιστάν, προκειμένου να εξυπηρετήσει την εθνική του ασφάλεια. Όντως, από την εποχή κιόλας της Σοβιετικής επέμβασης βασικό στρατηγικό στόχο του Πακιστάν στα δυτικά του απετέλεσε η εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας του Αφγανιστάν και η διατήρηση της σουνιτικής πρωτοκαθεδρίας σε αυτό.  Με την απόκτηση της πυρηνικής ικανότητας από την Τεχεράνη οι σιιτικοί πληθυσμοί του Αφγανιστάν που κατά συντριπτική πλειοψηφία διαβιούν στα δυτικά της χώρας, θα νιώσουν, ακόμα και χωρίς την παραμικρή ενθάρρυνση από τους Ιρανούς ομοθρήσκους τους, ακόμα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αυτονομία ενώ το Ισλαμαμπάντ θα υποχρεωθεί να αναδιπλωθεί και να επανέλθει, μοιραίως, δριμύτερο αξιοποιώντας τα εθνοφυλετικά δίκτυα των Παστούνς και των Talibans αξιώνοντας την συνέχιση της ιστορικά παραδοσιακής και παραδεδεγμένης ως τώρα εξάρτησης της Καμπούλ από αυτό, τόσο σε ιδεολογικό και θρησκευτικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.  Άλλως, θα γίνει μάρτυς και συνένοχος της παρακμάζουσας επιρροής του και της παράλληλης ελαχιστοποίησης του στρατηγικού βάθους, τα οφέλη του οποίου επί δεκαετίες απολάμβανε τόσο στον ανταγωνισμό του με το σιιτικό Ισλάμ, όσο και σε αυτόν με την Ινδία.  Και όλα αυτά, την ώρα που η υποβόσκουσα αναμέτρηση του με την τελευταία βρίσκεται εν πλήρη εξελίξει εντός του Αφγανιστάν.  Η Ινδία, η οποία έχει φιλοδοξίες επιρροής στην χώρα, διαθέτει τον τρίτο πολυπληθέστερο στρατό στο Αφγανιστάν ενώ έχει συνάψει συμφωνίες για την παροχή εκπαίδευσης και εξοπλισμού και την οικοδόμηση εγκαταστάσεων υποδομής σε αυτή.  Με το πρόγραμμα της ‘Βόννης 2011’ να ορίζει την εκπαίδευση 25.000 Αφγανών αξιωματικών στην Ινδία για τα επόμενα τρία χρόνια, το Νέο Δελχί αποφάσισε να διεκδικήσει ένα πρωτοφανές στρατηγικό, πέραν του οικονομικού, μερίδιο στο Αφγανιστάν. Ως αποτέλεσμα για το Πακιστάν θα αποτελούσε η εκ νέου, περαιτέρω ελαχιστοποίηση του στρατηγικού του βάθους και η εν δυνάμει περικύκλωση του από την Ινδία, με συνέπεια την αναζήτηση στηριγμάτων πέρα των κλασσικών συμμαχιών του με την Δύση, όπως αυτό του ανταγωνιστικού προς το Νέο Δελχί, Πεκίνου, ή της σουνιτικής αντι-Ιρανικής Άγκυρας και του βαθιά Βαχαμπιστικού (Wahhabism) και Σαλαφιστικού (Salafist jihadism) σουνιτικού Ριάντ.

Τω όντι, είναι βέβαιο πως η Σαουδική Αραβία θα ενοχλείτο σφόδρα από την απόκτηση πυρηνικής ικανότητος της Τεχεράνης, πλην όμως η πρόθεσή του Ριάντ για διατήρηση του μη πυρηνικού χαρακτήρα της χώρας θεωρείται προς το παρόν δεδομένη.  Εντούτοις, η στρατηγική του σύζευξη, στην προσπάθεια ανεύρεσης και διασφάλισης νέων ισορροπιών για την ευρύτερη περιοχή, με το έτερο ισχυρό σουνιτικό κέντρο του Ισλαμαμπάντ, προς αντιμετώπιση των, κατά την γνώμη τους, απίστων σιιτών της Τεχεράνης, πρέπει να θεωρείται κάτι παραπάνω από σίγουρη.   Τέλος, τον χορό της πυρηνικής ισορροπίας κλείνει η Άγκυρα, οι σχέσεις της οποίας με την Τεχεράνη αλλά και τον μακρύ βραχίονά της στην Δαμασκό κινούνται σε τεντωμένο σκοινί εδώ και πολύ καιρό ούσες κάθε άλλο παρά φιλικές.

Σχετικά με τον φόβο της πυρηνικής τρομοκρατίας, ο Καθηγητής Waltz, αντλώντας παραδείγματα από την πρόσφατη ιστορία της πυρηνικής πραγματικότητας υποστηρίζει πως η Τεχεράνη δεν πρόκειται να ενισχύσει τις τρομοκρατικές οργανώσεις περαιτέρω διότι η ιστορία έχει καταδείξει πως όλα τα κράτη που απέκτησαν πυρηνική ικανότητα απείχαν από επιθετικού χαρακτήρα προκλητικές ενέργειες υπό τον φόβο μήπως καθίσταντο πιθανός πολιτικός στόχος των υπολοίπων πυρηνικών δυνάμεων. Όμως, το ζήτημα της τρομοκρατίας έχει διακρατικό, διασυνοριακό, διεθνικό, διαθρησκευτικό και δια-ιδεολογικό σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα.  Το Ιράν και οι διασυνδέσεις του με την Hezbollah και άλλες παρόμοιες οργανώσεις δεν αποτελούν μία οργανωμένη κρατική οντότητα αλλά μάλλον μία αυτορρυθμιζόμενη ασύμμετρη δυναμική διεθνών δικτύων.

Επίσης, η επιρροή δεν είναι θέμα επιθετικότητας αλλά θέμα ισχύος.  Και η στρατηγική ισχύς του Ιράν θα εκτοξευθεί στα ύψη με την απόκτηση πυρηνικής ικανότητας συμπαρασύροντας τις υπάρχουσες δομές, όχι τόσο τις ορίζουσες τις σχέσεις μεταξύ Ιερουσαλήμ και Τεχεράνης, οι οποίες είναι και σχετικώς προβλέψιμες, αλλά κυρίως εκείνες που ρυθμίζουν κάθε είδους ποιοτικών και ποσοτικών αναλογίων μεταξύ των μουσουλμανικών κρατών πυροδοτώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Ακόμη και στην θεωρητικώς βέλτιστη των περιπτώσεων, αυτή του προοδευτικού ήπιου εγκλιματισμού και εν τέλει πλήρους αποδοχής εκ του συνόλου των χωρών της περιοχής της όψιμης πυρηνικής πραγματικότητας, κάτι που φαντάζει εξαιρετικά απίθανο, οι χώρες της περιοχής θα υποχρεούνται να υπόκεινται σε μια διαρκή διαδικασία φινλαδοποίησης τους προς την Τεχεράνη, υπόθεση εξόχως δαπανηρή σε πολιτικό επίπεδο, επικινδύνως επισφαλής σε στρατιωτικό και εξαιρετικώς επίπονη σε ψυχολογικό τόσο για τις παραδοσιακές σουνιτικές ηγεσίες τους όσο και για τους λαούς τους.

Εν κατακλείδι, εντελώς θεωρητικά και αποκλειστικά σε επίπεδο άμεσης πυρηνικής απειλής, η κατάσταση στην Μέση Ανατολή θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο χάρις στην πυρηνική ισορροπία και αποτροπή που θα παρείχε η απόκτηση στρατιωτικής πυρηνικής ικανότητος εκ μέρους της Τεχεράνης.  Εντούτοις, οι άμεσες συνέπειες σε γεωπολιτικό επίπεδο θα ήταν κολοσσιαίες, δίνοντας το έναυσμα για μία διαδικασία αναδόμησης και αναδιοργάνωσης των σχέσεων μεταξύ των μουσουλμανικών κρατών, επανισορρόπισης των μουσουλμανικών θρησκευτικών δογμάτων και ομολογιών και πιθανής ανασύνταξης των κρατικών και κομματικών συμμαχιών με την απόλυτη βεβαιότητα της δημιουργίας χάους στην περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

________________________

Το ΕΛΙΓΕΑ προάγει την ελευθερία της Λόγου και δημοσιεύει αυτούσια τα κείμενα των συνεργαζόμενων με τις σελίδες του χωρίς καμία παρέμβαση. Προϋπόθεση κάθε δημοσίευσης είναι οι συγγραφείς να τηρούν απαρεγκλίτως στα κείμενά τους την Εθνική και Διεθνή νομοθεσία.

Το ΕΛΙΓΕΑ δεν ασπάζεται προσωπικές κρίσεις και απόψεις, που τυχόν παραβιάζουν τους νόμους ή βασίζονται σε μη αποδεικνυόμενα στοιχεία και δεν φέρει καμία ευθύνη γι’ αυτές.

Το ΕΛΙΓΕΑ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ την αναδημοσίευση των κειμένων του υπό τον όρο να δημοσιεύονται ΜΟΝΟ οι δύο πρώτες παράγραφοι μαζί με τον ενεργό σύνδεσμό (link) του: eligea.gr/κλπ…, ώστε η ανάγνωση να συνεχίζεται στην ιστοσελίδα μας.